1ΑγκιλώθκαΚαρφώθηκα από αγκάθι
2ΑκουρμένομαιΑκούω με προσοχή
3ΑλάνταβοςΑπρόσεκτος
4ΑλάργαΜακριά
5ΑλαταριάΠέτρα με μεγάλη επιφάνεια που βάζουν αλάτι να τρώνε τα ζώα
6ΑλιμουριάζωΠνίγω κάποιον με τα χέρια
7ΑλισίβαΣτάχτη με νερό για λούσιμο και καθαριότητα
8ΑλύχτισμαΓαύγισμα σκύλου ή αλεπούς
9Αμούντι έγινεΕξαφανίστηκε
10ΑμπούκαΜάγουλο
11ΑμπούριασεΓέμισε καπνό κάπνισε πχ το τζάκι
12Αναδεχτός - ήΤο βαφτιστήρι
13ΑναμέραΚάνε στην άκρη
14ΑναπιάνωΕτοιμάζω το προζύμι
15ΑνασκλώθκαΕπεσα ανάσκελα
16ΑνεβατίζωΖυμόνω ψωμί
17ΑπεριλόητοςΒρωμιάρης αυτός που δεν κάνει μπάνιο ο άπλυτος
18ΑπίστωμαΜπρούμητα
19Από μούρτουΚατά πάνω
20ΑπομόθκαΕπαθα ασφυξία δεν μπορώ να πάρω ανάσα
21ΑποξούλιαΑπ΄έξω
22ΑπόπατοςΜέρος που δεν πατιέται εύκολα.
23ΑπόστασαΚουράστηκα
24ΑπουκουντριασμένοΧαζό, δεν καταλαβαίνει τίποτα, βρίσκεται στο κόσμο του
25ΑπουπούιΕπιφώνημα που δηλώνει μεγάλη έκπληξη
26ΑργάζωΠροετοιμάζω
27ΑρίδαΠόδι, τρυπάνι
28ΑρμάθαΠλέξιμο κρεμμυδιών και σκόρδων
29ΑρμαθιάΗ σειρά
30ΑρτένομαιΔεν νηστεύω
31ΑρτμήΥπόλοιπο από το τυρί
32ΑυγατάωΣυμπληρώνω, προσθέτω, αυξάνω
33ΑφανταλιάΞάφνιασμα
34ΑφάντιασμαΣκιάχτρο
35ΑφτοΑφησε το
36ΒάβοΓιαγιά
37ΒαΐζωΓέρνω
38ΒάκισμαΧτύπημα
39ΒακούφικοΠεριουσία της εκκλησίας
40ΒαρκόΤόπος με λίγο νερό
41ΒετούλιΚατσίκι που δεν χρόνιασε
42ΒούριαξεΕντονη επιθυμία για ζευγάρωμα
43ΓαλάριαΑυτή που έχει γάλα
44ΓάναΗ μουντζούρα από τη στάχτη.
45ΓηροκόμιοΗλικιωμένος άνθρωπος που χρειάζεται φροντίδα
46ΓιαννιώτηςΟ βόρειος άνεμος από τα Γιάννινα
47ΓιατάκιΚαλύβι
48ΓιόμαΠριν το μεσημέρι, κολατσιό
49ΓιουρούκιΑτσούμπαλος, φασαριόζας
50ΓκανιάζωΚλαίω γοερά
51ΓκέσαΜαύρη γίδα
52ΓκριντάλιΟ ψηλός άνθρωπος
53ΓλαβανήΤο άνοιγμα στη ψευδοροφή
54ΓουμίδιαΕίδος μαγειρίτσας με αγριολάχανα
55ΓράδαΜονάδα μέτρησης αλκοόλ
56ΓράδωσαΈμπλεξα, πιάστηκα κάπου χωρίς τη θέλησή μου
57ΓρέκιΤόπος όπου κοιμούντε τα γίδια ή τα πρόβατα
58ΓρέντζελαΑγριοστάφυλα
59ΓρούμπιασαΚαμπούριασα
60ΓρουμπούλιΕξώγκομα
61ΓωνιάΤο τζάκι
62ΔημοσιάΔρόμος για αυτοκίνητα
63ΔιαλέγωΚαθαρίζω, αποφλοιόνω
64ΔιάσελοΡαχούλα
65ΔιάστραΕξάρτημα του αργαλειού
66ΕκειόΕκείνο
67ΈρμοΜοναχό
68Ζα ταΤα ζώα
69ΖαγάριΚυνηγόσκυλο
70ΖαγκανάωΚουνάω
71ΖαγκλαβάνιΕνοχλητικός
72ΖαλίγκαΣτη πλάτη
73ΖαλίγκιΤο φόρτωμα που μπαίνει στη πλάτη
74ΖαλικόνωΠαίρνω στην πλάτη κάτι δένοντάς το με σχοινί.
75ΖαράλιΕλλάτωμα σωματικό ή νοητικό
76ΖάφιΠαράσιτο που δημιουργείται στα αρνοκάτσικα
77ΖερβόΜέρος που δεν το βλέπει ο ήλιος.
78ΖέχνωΒρωμάω
79ΖήβαΣβήσε
80ΖιβζέκιΜικροκαμωμένος
81Ζλάπι ή ζουλάπιΆγριο ζώο
82ΖμάχιαΠαράσιτα κυρίως δένδρων που ευνοούνται από την υγρασία
83ΖόδιΘυμός
84ΖούδιΟνομασία για ερπετά ή έντομα
85ΖούπαΠίεσε
86ΖουχνάωΣπρώχνω
87ΖυματούραΕίδος φαγητού στη γάστρα
88ΖώστραΛουρί που ζώνουν το άλογο ή το μουλάρι ή το γαϊδούρι
89ΘερστήςΟ μήνας Ιούνιος
90ΘράκαΑνάμενα κάρβουνα
91ΘρασίμιΖημιάρικο ζώο
92Κάηκε η γίδαΔεν αρμέχτηκε έγκαιρα
93ΚακάβιΤο κατσαρόλι που χρησιμοποίειται για μαγείρεμα στο τζάκι.
94ΚακαράντζεςΤα""κακά"" της γίδας, του λαγού
95ΚαλέσματαΤα προσκλητήρια
96ΚαλογιάννοςΜικρό πουλί-κοκκινολαίμης.
97ΚαμοματαΘεατρινισμός, νάζι
98ΚαναβιάΤριχιά
99ΚανούτοςΣταχτής συνήθως για ζώα
100ΚαραούλιΠαρατηρητήριο, σκοπιά
101ΚάργαςΓεματος
102ΚαρδιλέγκοςΛάρυγγας
103ΚαρκανιδιάζωΚαίγομαι πολύ
104ΚαρκώθκαΣτραβοκατάπια, μου στάθηκε κάτι στο λαιμό
105ΚαρούταΞύλινο δοχείο για τα σταφύλια
106ΚαρόφλαΤα φύλλα της καρυδιάς
107ΚασαβέτιΠρόβλημα ,στενοχώρια
108ΚαταγάργαλαΚορυφή, κατακόρυφα
109ΚατακέφαλοΚαρπαζιά
110ΚαταντιάΚακή κατάσταση, ξεπεσμός
111ΚαταχεριάζωΧτυπάω με τα χέρια
112ΚατκιάΣτάβλος, καλύβι
113ΚατσαπλιάςΟ αδιάφορος
114ΚατσούλαΚουκούλα
115ΚεφαλάριΤο ακαλλιέργητο τμήμα μεταξύ δύο χωραφιών
116ΚεφαλαριάΠονοκέφαλος
117ΚίκαρηΦλυτζάνι του καφέ
118ΚιλμπάσιαΈντερα και στομάχι
119ΚιόΝαι αλλά όμως, μα αφού
120ΚλαπατσίγκαναΤα μουσικά όργανα ορχήστρας πανηγυριού
121ΚλιτσνάριαΠόδια
122ΚλοτσοτύριΠαράγωγο ξυνόγαλου
123ΚόθροςΓωνία, τα ακριανά κομμάτια πίτας ή γλυκού Κοκκόσες
124ΚολοκούρσμαΚούρεμα προβάτου
125ΚοτάωΤολμώ
126ΚότσαλοΤο κοτσάνι που μένει όταν ξεσπυριστεί το καλαμπόκι
127ΚότσιαλοΟ κορμός-το εσωτερικό του καλαμποκιού.
128ΚουκουμπέλεςΜανιτάρια
129ΚουκουμπλιώμαιΠηδάω για να φτάσω κάτι, τσαμπουκαλευομαι
130ΚουμάσιΤο σπιτάκι του γουρουνιού
131ΚουντράωΧτυπάω ή σπρώχνω με το κεφάλι
132ΚουρδουμπούλιΣβόλος
133ΚουρκουζώητοςΑυτός που ζεί πολλά χρόνια
134ΚουρκούλιαΜικρές πέτρες
135ΚούσαλοΚαταβεβλημένος άνθρωπος, γέροντας
136ΚουσάναΓυναικεία κοτσίδα
137ΚουσεύωΠεριπλανιέμαι πηγαινοέρχομαι
138ΚουσίΓρήγορα
139ΚουτέλιΣκυλί που τριγυρίζει άσκοπα
140ΚουτιρίτσαΜικρή σαύρα σκουρόχρωμη
141ΚούτσκοΜικρό
142ΚουτσουπιάΦυλλοβόλλο δέντρο, του οποίου τα φύλλα, χρησιμοποιούνται για το ψήσιμο της μπομπότας.
143ΚραίνωΦωνάζω δυνατά
144ΚραμποκούκιΕίδος ψωμιού με καλαμποκίσιο αλεύρι
145Κραμποκούκι, ροκίσιο, μπομπόταΨωμί από καλαμποκάλευρο.
146ΚρεμάδαΑρμαθιά καλαμποκιού κρεμασμένη η κρεμυδιου η σκορδου
147ΚρεμαντζουλίστκαΚρεμάστηκα από τα χέρια
148ΚριτσιανάωΤρίζω
149ΚριτσίλωσεΣτράβωσε
150ΚρούπιΠλαστικό τάπερ.
151ΛαγκιόλιΕλλάτωμα
152ΛάϊοΤο μαύρο χρώμα.
153ΛάκαΕπίπεδο τμήμα εδάφους, ξέφωτο
154ΛακάωΦεύγω γρήγορα
155ΛαουτιάζωΛουφάζω
156ΛάρωσεΗσύχασε, μη μιλάς
157ΛατζοκόβωΑνυπομονώ
158ΛειανοφάσλαΦασόλια μικρά αμπελοφάσολα
159ΛειάνσαΤεμάχισα
160ΛέσιοΑδύνατο ζώο
161ΛιμασμένοΤο πολύ πεινασμένο
162ΛιόκιαΌρχεις
163ΛιτάριΣχοινί
164ΛοβιάζωΒρωμίζω
165ΛόγγοςΠυκνή δύσβατη θαμνώδης περιοχή.
166ΛούραΒέργα
167ΛούραΒέργα.
168ΜακελεύτηκαΧτύπησα πολύ άσχημα
169ΜαλτέζικοΚαλή ράτσα αμνοεριφίων
170ΜανάριΑρνάκι που έχει ιδιαίτερη περιποίηση
171ΜαργώνωΚρυώνω
172ΜαρκάλοςΣυνουσία του τράγου με κατσίκα.
173ΜάσιαΣκαλιστήρι για το σπάσιμο κάρβουνων στο τζάκι.
174ΜατσαραγγιάΞεγέλασμα, εξαπάτηση, κοροϊδία, παραπλάνηση, εμπαιγμός
175ΜατσάστκαΔέχτηκα μεγάλη πίεση
176ΜαυλάωΚαλώ το ζώο να έρθει κοντά μου
177ΜουνούχιΤο τεχνικά στειρωμένο ζώο
178ΜπακακάκιΒάτραχος.
179ΜπάλαΜέτωπο, κούτελο, μι βάρσει ου ήλιους κατάμπαλα
180ΜπαλατσάρσαΜτφ παλάβωσα
181ΜπαχλατάωΠολυλογώ λέω πολλά χωρίς αξία
182ΜπιρμπελόνιαΕίδος φαγητού ζυμαρικό
183ΜπιτΚαθόλου
184ΜπλαθρίΧοντρό
185ΜπλιόριΤράγος από ενός έως δύο ετών
186ΜποτινέλοςΣυσκευή, όπου γίνεται ο αποχωρισμός του βούτηρου από γαλα και παίρνουμε το ξυνόγαλο.
187ΜπουρμπουτσέλιΓενικά τα άγνωστα μικρά έντομα
188Μπουχαρίμουχαρί η καμινάδα εσωτερικά
189ΜπουχόςΣκόνη
190ΜπράσκλαΠολύ μεγάλος βάτραχος
191ΜπρέτσικοςΟ ευέξαπτος άνευ λόγου και αιτίας
192ΜπριντζλίνεςΤο χαλαρό δέρμα το πλαδαρό
193ΜστόβλακοςΧαζός
194ΝάμουΔώσε μου
195ΝείλαΠανωλεθρία, καταστροφή
196ΝικροσκούτΣάβανο, μεταφ. Ο άχρηστος
197ΝογάωΚαταλαβαίνω
198ΝτάβανιΕίδος εντόμου
199ΝτιπΜε όλη τη σημασία της λέξεως, στη κυριολεξία
200ΝτορβάςΤαγάρι υφαντό
201ΝτορόςΊχνος από ζώο
202ΝτουρλώνωΣτήνω τον ποπό
203ΝτράβαλοςΦασαρία
204ΝτρόχαλαΧοντρές πέτρες
205ΝτρόχιΔύσβατο πέρασμα.
206ΟβολιόςΣωρός από πέτρες
207ΟδίζωΜοιάζω με άλλον
208ΟκάΜονάδα μέτρησης βάρους.
209ΟχτοςΜικρός γκρεμός
210ΟψιμοΆργησε να ωριμάσει
211ΠαλιοσπόριαΕίδος φαγητού
212ΠαπαδέλεςΚαθαρισμένα κάστανα ψημένα ή βρασμένα
213ΠαρακαλιάΑλληλοβοήθεια
214ΠαρασάνταλοςΑνάπηρος, γενικά αυτός που έχει άσχημη όψη
215ΠαρασόλησαΦοβήθηκα απότομα, τρόμαξα
216ΠατλιάΜεγάλο αγκάθι που μπαίνει στα πόδια
217ΠαχνίΤαΐστρα
218Περδικούλαμεταφ. ψυχούλα αυτός που δεν κάνει κακό
219ΠερονιάζωΔιαπερνώ, συνήθως για κρύο
220ΠέτραΤο φύλλο της πίτας ή του μπακλαβά
221ΠετρόβεργοΤο ξύλο για το άνοιγμα φύλλου πίτας ή γλυκού, ο μπλάστρης
222ΠετροβολάωΡίχνω πέτρες.
223ΠλακανίδαΕπίπεδη πλάκα μεγάλων διαστάσεων
224ΠλαστόςΧορτόπιτα με ζύμη καλαμποκάλευρου
225ΠλαστόςΦαγητό με αλεύρι καλαμποκιού και λαχανικά στο φούρνο.
226ΠλατσανίζωΑνακατεύω με δύναμη το νερό.
227ΠλαχούραςΑυτός που έχει μεγάλα αυτιά
228ΠλίματαΥπολείμματα φαγητού για γουρούνια
229ΠλόχεροΧούφτα του ενός χεριού
230ΠόντζιΡόφημα για το κρυολόγημα ζεστό τσίπουρο με ζάχαρη
231ΠούνταΚρύωμα
232ΠουριάΜικρό πέρασμα για ζώα
233ΠουτινόςΟ χώρος ανάμεσα στο ταβάνι και τη σκεπή
234ΠουτσαρίναΓεροδεμένη δραστήρια γυναίκα
235ΠουτσαρούλαςΑπαξιωτική προσφώνηση σε άντρα
236ΠρατίναΠροβατίνα
237ΠρατόγαλοΓάλα προβατίνας
238ΠρέντζαΚλωτσοτύρι
239ΠρίσκαλαΆγρια σύκα
240ΠρογκάωΤρομάζω ένα ζώο για να φύγει
241ΠρόπσαΠρόλαβα
242ΠροστλαΐνωΒυζαίνω τα μικρά αρνιά
243ΠρώιμοΩρίμασε πριν την ώρα του
244ΠστρώνομαιΚάθομαι κατω
245ΠτιάΣτομάχι μικρού αρνιού ή κατσικιού χρησιμοποιείτε για να φτιάξουμε γιαούρτι
246ΠυροστιάΑντικείμενο από σίδερο σε τριγωνική μορφή, όπου μπορείς να βάλεις πάνω του σχάρα ή κατσαρόλα για ψήσιμο.
247ΠυρουμάδαΦέτα καλαμποκίσιου ψωμιού ζεσταμένη στο τζάκι
248ΡασεύωΤριγυρίζω εδώ και εκει
249ΡεματιώτηςΑυτός που ζει στα ρέματα. δαιμόνιο
250ΡικουμανάωΦωνάζω δυνατά, ρεκάζω.
251ΡογκαλιάστκαΤρυπήθηκα από κομμάτι ξύλου
252ΡόκαΚαρπός καλαμποκιάς
253ΡόκαΤο καλαμπόκι.
254ΡοκιάΦυτό καλαμποκιάς από το καρπό και πάνω
255ΡούγαΗ αυλή του σπιτιού συνήθως από χώμα.
256ΡούσσαΚοκκινόξανθη
257ΡουχνάωΡοχαλίζω
258ΡυμουσέλιΈρμο, χωρίς αφέντη - κύριο
259ΣαδέΕιδάλλως
260ΣακοτρύπιΑγκάθι
261ΣαλαγάωΚατευθύνω το κοπάδι
262ΣαλιβάριΞύλο που τοποθετούσαν στο στόμα του κατσικιού για να μη βυζαίνει
263ΣαούριασεΣώπασε, βγάλε το σκασμό
264ΣαρμανίτσαΚρεβάτι βρέφους κούνια
265ΣαρώνωΣκουπίζω
266ΣβάρναΕργαλείο του ζευγολάτη
267ΣβαρνίστκαΣύρθηκα
268ΣβουνιάΑκαθαρσία τα κακά της αγελάδας
269ΣερκόΑρσενικό
270ΣέρπετοΣαύρες, σκορπιοί, γενικά τα πολύποδα
271ΣιαχλασμένοΧαλασμένο με μούχλα
272ΣιλπίΨαροπαγίδα κυρίως για πέστροφες στο ποτάμι
273ΣιμάΚοντά
274ΣιούταΓίδα χωρίς κέρατα
275ΣκαμνιάΜουριά
276ΣκαπετάρσαΞέφυγα, την έκανα
277ΣκερεύωΤακτοποιώ, νοικοκυρεύω
278ΣκέριοΝοικοκυριό
279ΣκιάζομαιΦοβάμαι
280ΣκούπραΣκουπίδια
281ΣλάπιΑγριο ζώο.
282ΣομπολιάζωΤαιριάζω
283ΣούμπραΚαρυδόψιχα
284ΣούρλαΗ μύτη του γουρουνιού
285ΣπρούχνηΗ στάχτη με αναμμένα κάρβουνα
286ΣταλικομένοςΚαθηλωμένος
287ΣτάλοςΣκιερό μέρος που κάθονται τα πρόβατα το μεσημέρι
288Στέρφος-αΣτείρος-στείρα
289ΣτεφάνιΓκρεμός
290ΣτουμπιάΠέτρα για πετροβόλημα
291ΣτουμπίστκαΔέχτηκα μεγάλη πίεση, ματσάστκα, χτύπησα
292ΣυγχαρίκιαΑμοιβή σε κάποιον που φέρνει καλά νέα
293ΣυμπράγκαλαΑποσκευές
294ΣυνγκεριάζωΤακτοποιώ
295ΣυντελεύτκαΚαταστράφηκα πλήρως
296ΣυρμήΚρυολόγημα
297ΣφαλαγγούδιαΑράχνες
298ΣφίχτκαΈτρεξα
299ΣφούνιΤο ακροφύσιο η απόλυξη της κάναλης του νερόμυλου
300ΤάβλαΤραπέζι
301ΤαπίστομαΜπρούμητα
302ΤαχειάΑύριο
303ΤζούφλιαΜάτια
304ΤλουλουπώνομαιΤυλίγομαι με ρούχα-σκεπάσματα
305ΤλώθκαΣφίχτηκα
306ΤρανόςΜεγάλος
307ΤραπέτσιΞινό
308ΤράωΚοιτώ, βλέπω
309ΤριβαλιάζωΤσακίζω
310ΤριφτάριΠέτρα ποταμίσια που τη χρησιμοποιούν για να τρίβουν αλάτι
311ΤσακνάκιΜικρό πολύ λεπτό κλαράκι
312ΤσακναρίδαΑυτή που έχει πολύ λεπτά πόδια
313ΤσαλακατιώνταιΛογομαχούν έντονα
314ΤσαλαφούτιΠαράγωγο πρόβειου γάλακτος
315ΤσαντίλαΠανί για το στράγγισμα του τυριού
316ΤσαούλιΗ κάτω γνάθος
317ΤσάχαλοΣκουπίδι
318ΤσέρμιασμαΜούδιασμα
319ΤσιακλατάωΧτυπάω τα αυγά
320ΤσιαμπαλούκιαΜαλλιά
321ΤσιλόνιΆχρηστο ρούχο παλιό
322ΤσιοκάνιΚουδούνι.
323ΤσιοκανίζωΕυνουχίζω.
324ΤσιόκιΣφυρί, μεταφορικά ο αμαθής.
325ΤσοκάνισμαΤρόπος στειρώσεως ζώου
326ΤσόλιΧαλί υφαντό από μαλλί τράγου ή γίδας
327ΤσούκναΤο κολλημένο φαΐ στη κατσαρόλα
328ΤσουπελάκαΠράσινη σαύρα
329ΤσουράπιαΚάλτσες χοντρές πλεκτές για το χειμωνα
330ΤυρολόγοςΑσκί γεμάτο τυρί
331ΤφάνιΠεραστικό ψιλόβροχο ή μπόρα της στιγμής
332ΎστερηΤελευταία
333ΦακιόλεςΕίδος καλαμποκιού ποπ-κορν
334ΦάκλαΠολύ ζέστη
335ΦανέστραΜικρό παράθυρο πάνω στο ήδη υπάρχον φινιστρίνι
336ΦερνόΑνοιχτό
337ΦιλεύωΚερνώ
338ΦκάριΚέλυφος
339ΦκαροβύζαΜε μεγάλες θηλές κυρίως για γίδα
340ΦλέσεραΠεσμένα φύλλα από δέντρα του λόγγου
341ΦλιάΔώρο
342ΦλιντούρξεΠέταξε στον αέρα
343ΦλιντράωΠετάω
344ΦόλιΤο αυγό που αφήνουμε στη φωλιά της κότας
345ΦουκαλίζωΣκουπίζω με σκούπα από άχυρο.
346ΦουρδακλιάσκαΚάηκα
347ΦταίξοςΟ υπαίτιος, αυτός που φταίει
348ΦτερούσιοΜέρος όπου φυτρώνουν πολλές φτέρες.
349ΧαλεύωΖητώ
350ΧαμοκέρασοΑγριοφράουλα στο δάσος
351ΧαμχούϊαςΗλίθιος, χαζός
352ΧατήλιΗ γωνία που σχηματίζετε από τη σκεπή και τον τοίχο εσωτερικά του σπιτιού
353ΧαύδαΣτάση καθήμενης γυναίκας με ανοικτά τα πόδια
354ΧειμαδιάΤόπος που συγκεντρώνονται τα κοπάδια το χειμώνα
355ΧλιάριΚουτάλι
356ΧλίβομαιΒασανίζομαι
357ΧλιμένοςΒασανισμένος, κακομοίρης
358ΧνέριΡεζιλίκι
359ΧόβοληΖεστή στάχτη
360ΧουϊάζωΦωνάζω δυνατά, μαλώνω
361Χουχτάω ή χουχουτίζωΦωνάζω για να διώξω τα άγρια ζώα
362ΨαρίΓκριζωπό
363ΞαγάριΑμοιβή του μυλωνά από το άλεσμα
364ΞάγναντοΞέφωτο
365ΞαμώνωΤεντώνω το χέρι μου για να χτυπήσω κάποιον
366ΞεζάρκοτοςΓυμνός
367ΞεκλέτζωνοςΠολύ ψηλός
368ΞεκλιτσινιάστκαΆνοιξαν πολύ τα πόδια μου
369Ξεμπριστουριάστκαμεταφ. ο έμμετος, έβγαλα τα συκότια μου
370ΞεμτσουνιάσκειΧτύπησε πολύ στο πρόσωπο
371ΞεντραχτώθκαΔιαλύθηκα
372ΞέρακαςΞερό δέντρο
373ΞεσκλίστκαΈσκισα τα ρούχα μου
374ΞεστρίφτκαΕξαντλήθηκα, λύνω κάτι
375ΞετσαουλιάστκαΜου φύγαν τα σαγόνια απ το χασμουριτό
376ΞετσιώνιασεΑλήτεψε, μεγάλωσε γρήγορα, ξεψάρωσε
377ΞιμπλέτσοτηΗ προκλητικά ντυμένη από τη μέση και πάνω
378ΞοκοίλωΦεύγω από τον ίσιο δρόμο.